Wednesday, 22 April 2009

Οι ανθρώπινες σχέσεις δεν είναι..μαθηματικά!

«Μπαίνοντας στο κλίμα της ψηφιακής επικοινωνίας πρόεκυψαν διάφορες συζητήσεις, με φίλους, γνωστούς μέχρι και με αγνώστους. Μέσω των διαλόγων παρατήρησα πως υπάρχει ένα ερώτημα από όλους μας. Αυτός ο προβληματισμός έχει ως βάση την ανεπιτυχή προσπάθεια κατανόησης του συνανθρώπου μας. Μέσα από το παρακάτω κείμενο αποκαλύπτεται ο κόσμος των ανθρώπινων σχέσεων ώστε να δώσει μια μερική αν όχι ολική απάντηση στην απορία μας

Πρωτοι οι Λίβυοι χρησιμοποίησαν τα μαθηματικά για τον υπολογισμό χερσαίων εκτάσεων και στην συνέχεια ο Θαλής και ο Πυθαγόρας μηχανεύτηκαν μαθηματικές σχέσεις για να εξηγήσουν πολλά φαινόμενα της εποχής τους. Βέβαια, οι μαθηματικές σχέσεις των επιστημόνων αυτών μόνο μια ομοιότητα μπορούν να έχουν με τις διαπροσωπικές σχέσεις, που θα ασχοληθούμε παρακάτω, η όποια είναι η ανάγκη δημιουργίας τους. Και τα δυο αυτά πράγματα συναντώνται στον άξονα της επιβίωσης. Διότι όπως καλά γνωρίζουμε ο άνθρωπος για να επιβιώσει, αναγκάζεται να σκεφτεί, να δημιουργήσει και τέλος να εξελιχτεί. Έτσι, και οι κοινωνικές σχέσεις είναι απαραίτητες για όλους μας. Το θέμα είναι πως αυτές οι απαραίτητες σχέσεις είναι άπλες εξισώσεις που έχουν απείρους τρόπους να λυθούν? Και αν λύνονται παύουν να έχουν ενδιαφέρον?

Ας πάρουμε, λοιπόν, τα πράγματα από την αρχή, τα μαθηματικά είναι μια επιστήμη που βασίζεται κυρίως σε υπολογισμούς. Μαθαίνεις ποικίλους τρόπους επίλυσης ασκήσεων, εξασκείσαι και χρόνο με τον χρόνο και τελικά αποθηκεύεις ένα πλήθος γνώσεων ώστε να λύνεις από τα πιο απλά μέχρι τα πιο σύνθετα προβλήματα. Είναι δηλαδή κάποιοι κανόνες που τους μαθαίνεις και εν συνέχεια τους εφαρμόζεις. Φυσικά, ξέρουμε πως σε κάθε κανόνα υπάρχει και η εξαίρεση. Αλλά, στις διαπροσωπικές σχέσεις δεν υπάρχει κάτι ανάλογο. Μπορούμε να πούμε μάλλον ότι υπάρχει το αντίστροφο. Δηλαδή, υπάρχει ο αυθορμητισμός του ανθρώπου (εξαίρεση) και κάποια χαρακτηριστικά που ίσως να τα βρίσκουμε σε πάνω από δυο άτομα (κανόνας). Όπως και να έχει μια σχέση δυο ατόμων δεν είναι μια απλή πράξη μιας μονάδας με μια άλλη με αποτέλεσμα δυο (κάτι που δεν ισχύει πάντα ούτε στα μαθηματικά! ), αλλά κάτι πιο πολύπλοκο. Ίσως να είναι και το πιο πολύπλοκο πρόβλημα που καλείται ο άνθρωπος να λύσει κατά την διάρκεια της ζωής του. Νιώθεις την δυσκολία να κάνεις κάποιον είτε φίλο είτε ταίρι αλλά δεν μπορείς χωρίς εκείνον. Πόσο προκλητικό μπορεί να είναι αυτό για σένα. Πόσο υποτιμητικό παράλληλα για τον εγωισμό σου, μιας που είσαι σε έναν πόλεμο χωρίς ασπίδα και σπαθί. Να θες από την μια πλευρά την ελευθερία σου και από την άλλη να θες να δοθείς σε μια σχέση φιλίας, πάθους και αγάπης. Επιπλέον, τα μοναδικά σου όπλα να είναι μόνο οι εμπειρίες σου, χωρίς καμιά άλλη γνώση, να προχωρείς σαν ένα φίδι στα αγκάθια. Έτσι, είναι οι σχέσεις, ανθρώπινα δημιουργήματα που από την μια έχεις χάρες και από την άλλη κλάματα και θύματα.

Επίσης, ο προγραμματισμός, που είναι παρακλάδι των μαθηματικών, μας δίνει την δυνατότητα έχοντας κάποια δεδομένα να μπορέσουμε να βρούμε τον τρόπο εύκολα και γρήγορα ώστε να έχουμε τα έγκυρα αποτελέσματα. Στην ουσία ο προγραμματισμός είναι μια επιστήμη η οποία διευκολύνει τον άνθρωπο μειώνοντας τον χρόνο εργασίας και παράλληλα τον χρόνο σκέψης. Κάτι τέτοιο είναι αδύνατο να γίνει στις διαπροσωπικές σχέσεις διότι οι άνθρωποι είναι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους που ακόμα και αν πιστεύεις πως ξέρεις την συμπεριφορά τους (δεδομένα) δεν μπορείς ποτέ να υπολογίσεις με σιγουριά τις αντιδράσεις τους (αποτελέσματα). Αυτό το ζήτημα είναι η αφορμή για την αρχή της εξέλιξης του ανθρώπου. Σκεπτόμενοι ότι κάθε λεπτό της μέρας είναι διαφορετικό από το προηγούμενο συνειδητοποιούμε πως πρέπει να μάθουμε όλο και περισσότερα, να ερευνήσουμε, και τέλος να ανακαλύψουμε. Διότι, μετά το πέρας μιας έρευνας, πάντα ανταμειβόμαστε με την χαρά της ανακάλυψης. Βέβαια, κανείς δεν υπόσχεται πως η ανακάλυψη θα φέρει καρπούς ευτυχίας, μπορεί να δημιουργήσει το αντίθετο’ πληγές, αλλά όπως και να ‘χει δεν θα έχεις το βάρος της αμάθειας στις σκέψεις σου.

Συμπεραίνουμε, πως τελικά ακόμα και αν οι ανθρώπινες σχέσεις μπορούν έστω να παρομοιαστούν με μαθηματικές εξισώσεις, υπάρχουν περισσότεροι τρόποι να κάνεις λάθος παρά να τις λύσεις. Αυτό γίνεται γιατί ενώ στα μαθηματικά όταν βρίσκεις ένα λάθος σημαίνει πως είσαι πιο κοντά στην αλήθεια της λύσης, στις κοινωνικές σχέσεις είναι σαν την οπτική του σώματος σου στο φως, όσο προχωρείς στο φως μεγαλώνει η σκιά σου. Θέλοντας να πω πως όσα περισσότερα λάθη κάνεις τόσα περισσότερα μαθαίνεις, μόνο που δεν σταματάς να πληγώνεσαι όσο σοφός και αν γίνεσαι. Τέλος, οι κοινωνικές σχέσεις δεν λύνονται ποτέ, δεν μπορώ να πω ότι φτάνουν και στο άπειρο, διότι ακόμα και το άπειρο είναι αριθμός, αλλά από αυτή την αοριστία πηγάζει το ανυπέρβλητο ενδιαφέρον μας, δεν νομίζετε?

Μνήμη ή λήθη?

«Το παρακάτω κείμενο είναι μια έμπνευση μετά από την ανάγνωση ενός βιβλίου που λέγεται “Tο μυστικό” , το όποιο ήταν δώρο μιας πολύ καλής μου φίλης .Με τον δικό του τρόπο με παρακίνησε να γράψω για μια ανάγκη που έχει νιώσει ο καθένας μας. Την ανάγκη να ξεχάσει κάτι που έχει συμβεί. Όμως ένα γεγονός συμβαίνει, διότι έχει κάποιο λόγο Και αυτός ο λόγος σίγουρα δεν είναι για να λησμονηθεί, αλλά για να το ζήσουμε.»

Στην προσπάθεια τους οι επιστήμονες να βρουν την αλληλουχία του ανθρώπινου εγκεφάλου και να την κλείσουν μέσα σε λίγα εκατοστά ενός «τσιπ», έκαναν πολλαπλά πειράματα και έρευνες πάνω στους ανθρώπινους νευρώνες. Κατέληξαν, λοιπόν, στο ότι δεν μπορούν να αποκωδικοποιήσουν ολόκληρο τον ανθρώπινο εγκέφαλο αλλά μόνο ένα μέρος του, και αυτό γιατί δεν ήταν δυνατό να προγραμματίσουν την ανθρωπινή σκέψη (όταν ο ανθρώπινος νους έχει 60.000 σκεψεις κάθε μέρα) και να ελέγξουν τη λειτουργία της μνήμης. Αυτά τα δύο πράγματα αποτελούν ουσιαστικά τα εχέγγυα του ανθρωπινού μυαλού μπροστά στην μηχανοποίησή του και εν συνεχεία στην καταστροφή του, λόγο της μη χρησιμότητας του.

Αρχικά, πρέπει να κάνουμε μια εκτενή αναφορά στην έννοια της σκέψης, έτσι ώστε να αναλύσουμε την κύρια αιτία για την οποία κατέχει τόση δύναμη και επιρροή όχι μόνο σε μας, αλλά και στους συνάνθρωπους μας. Η σκέψη λοιπόν, δεν είναι τίποτε άλλο από την έκφραση των συναισθημάτων μας. Είναι κάτι σαν τη γλώσσα του ψυχικού μας κόσμου. Λόγω του ότι ο άνθρωπος δεν είναι κατατονικό ον, τα συναισθήματα μας διεγείρονται ανά δευτερόλεπτο και έτσι καταλήγουμε να έχουμε ένα πλήθος σκέψεων καθημερινά. Η δύναμη της σκέψης προέρχεται κυρίως από την πολύ καλή της συνεργασία με το συναίσθημα., το οποίο φυσικά είναι πανίσχυρο. Τόσο πανίσχυρο που σε κάνει να γεύεσαι την ευτυχία και τη δυστυχία με διαφορά εκατοστών του δευτερολέπτου. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο το ότι μπορούμε να πείσουμε το συνομιλητή μας ευκολότερα επικαλούμενοι κάποια πτυχή του συναισθηματικού του κόσμου παρά κάνοντας νύξη στην λογική. Συμπεραίνουμε ότι αφού αισθανόμαστε, σκεφτόμαστε. Πόσο εύκολη διαδικασία ακούγεται, αλλά από την άλλη πλευρά πόσο δύσκολο είναι να την κατευθύνουμε προς όφελος μας. Είναι ένας τομέας που προσπαθούμε άλλοτε ως αυθύπαρκτες υπάρξεις και άλλοτε μέσω των επιστημών, χρόνια να προσεγγίσουμε, αλλά παραμένει ακόμα δύσβατος σε πολλά σημεία λόγω της ψυχολογικής του φύσης.

Μήπως, τελικά η αφορμή για να ψηλαφίσουμε και να χειριστούμε αυτή τη δυσνόητη λειτουργία κρύβεται στη σωστή επεξεργασία της μνήμης μας; Λέγοντας μνήμη, εννοούμε την ευκαιρία αναπόλησης στιγμών, λέξεων, εικόνων και πράξεων που ζήσαμε, ειπώθηκαν, είδαμε και κάναμε στο παρελθόν. Όλες αυτές οι πληροφορίες είναι καταγεγραμμένες σε ένα πλήθος νευρώνων στον εγκέφαλο μας, που ονομάζουμε υποσυνείδητο. Για να εμβαθύνουμε στο θέμα, το μνημονικό μας έχει την αντίθετη λειτουργία από αυτή του σκληρού δίσκου του υπολογιστή μας, δηλαδή όσα περισσότερα αποθηκεύει τόσο ισχυρότερο γίνεται. Επίσης, μπορούμε να το παρομοιάσουμε με το έθνος, όπως δηλαδή ένα έθνος χωρίς ιστορία δεν ακμάζει και τείνει να καταστραφεί έτσι και το μνημονικό χωρίς αποθηκευμένα στοιχεία δεν υφίσταται. Τώρα εύλογα δημιουργείται η απορία αν κάποιος άνθρωπος μπορεί να έχει καλύτερη μνήμη από κάποιον άλλον. Η απάντηση είναι εύκολη. Θυμόμαστε ότι αφήσαμε τον εαυτό μας να ζήσει. Όταν για παράδειγμα, βλέπουμε μια ζωγραφιά και αφήνουμε την σκέψη μας να μπει μέσα της, να τρέξει πάνω στα χρώματα της, να παίξει με την κίνηση της, τελικά γινόμαστε ένα με αυτή κάνοντας τη βίωμα, έχοντας συνδυάσει μνήμη και γνώση.

Σίγουρα, δεν μπορούμε να πούμε ότι ο άνθρωπος με τα περισσότερα βιώματα είναι και ένας ευτυχής άνθρωπος. Τα βιώματα αυτά μπορεί να ποικίλλουν από όμορφα σε άσχημα, γι’ αυτό και πολλοί άνθρωποι προτιμούν να ξεχνούν κάποια πράγματα που τους θλίβουν. Λανθασμένα νομίζουν όμως πως ξεχνούν, διότι οτιδήποτε βιώνει ο άνθρωπος καταγράφεται στο υποσυνείδητο μας και η διαγραφή δεδομένων είναι αδύνατη ως ανέφικτη. Για να μιλήσουμε, λοιπόν, για τη λήθη, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για διαγραφή στιγμών αλλά για ηθελημένες παρωπίδες που τις φοράμε κάθε φορά που δε θέλουμε να σκεφτούμε ένα συμβάν του παρελθόντος. Έτσι, παραβλέπουμε την εκάστοτε εμπειρία αλλά δεν την ξεχνούμε. Πιο απλοποιημένα θα λέγαμε πως ξεκαθαρίζουμε στο μυαλό μας ποια βιώματα μας χαροποιούν και ποια όχι και αναλόγως ανοίγουμε την πόρτα της μνημόνευσης στις πρώτες και την κλείνουμε στις δεύτερες. Η λήθη, λοιπόν, αν και δεν είναι λογικά υπαρκτή, τίθεται σε λειτουργία με τη βοήθεια της σκέψης. Δεν υπάρχει «το ξέχασα» αλλά «δε θέλω να το θυμάμαι». Βλέπετε πως ένα από τα συναισθήματα μας που είναι και η επιθυμία παίζει βασικό ρολό στη μνήμη η στην έλλειψή της.

Καταλήγουμε στο δίλημμα του τι είναι τελικά το καλύτερο, να θυμόμαστε ή να έχουμε την ικανότητα να ξεχνούμε. Πολλοί άνθρωποι προτιμούν να μπορούν να ξεχνούν κάποια πράγματα, όταν μέσα σε αυτά εμπεριέχονται αισθήματα, όπως πόνος, θλίψη, μοναξιά, γενικότερα συναισθήματα που τους φέρνουν σε δυσμενή ψυχολογική κατάσταση. Κι όμως, αν ρωτήσεις έναν άνθρωπο που έχει προσβληθεί από τη νόσο Αλτσχαιμερ θα σου απαντήσει πως θα προτιμούσε να θυμάται, διότι ακόμα και αν οι μνήμες ήταν μια μίξη καλών και κακών στιγμών, δεν έπαψαν να του δίνουν αφορμή να σκέπτεται. Τελικά, συμπεραίνουμε πως και τα δυο χρειάζονται τη σκέψη για να πραγματοποιηθούν. Το ζήτημα, λοιπόν, είναι πού θες να επενδύσεις αυτή τη δύναμη της σκέψης σου, σε κάτι που θα σε κάνει καλύτερο άνθρωπο προσθέτοντας στη ζωή σου ανάμεικτα συναισθήματα από βιώματα ή στην εξάλειψη της βουλιμίας σου με κυρίως πιάτο αναρίθμητους λωτούς….

Στρατηγική… το αρχαιότερο όπλο του ανθρώπου!

«Ως λάτρης των παιχνιδιών στρατηγικής μπόρεσα να καταλάβω γρήγορα ότι πίσω από κάθε μας σκέψη υπάρχει μια αόρατη δύναμη που δίνει το πρώτο πλάνο πριν προβούμε σε κάποια ενεργεία.Όποιος ανακαλύπτει αυτό το χάρισμα που έχει από παιδί μέσα του, ακμάζει. Διότι σίγουρα αν το χειριστεί σωστά θα τιθασεύσει τον εαυτό του και μετά θα έχει την ικανότητα να αντιμετωπισει κάθε πρόβλημα που θα του προκύπτει. Στο παρακάτω κείμενο λοιπόν ξετυλίγεται η στρατηγική ηγεσία μιας ολοκληρης ζωης

Μελετώντας την ιστορία και την εξέλιξη του ανθρωπινού είδους μέσα στον χρόνο, παρατηρούμε πως ο άνθρωπος για λόγους αρχικά ενστικτωδών αναγκών αλλά και για την κάλυψη πνευματικών αναγκών μεταγενέστερα’ άρχισε να δημιουργεί. Αυτή η δημιουργία γεννιέται από τότε μέχρι σήμερα από την λειτουργιά της σκέψης. Έχει αναρωτηθεί, όμως, κάνεις από σας πως ο τρόπος αυτής της σκέψης παραμένει άφθαρτος μέσα στους αιώνες? Απλά σκεφτείτε ότι για να στρατηγοποιηθεί η σκέψη πρέπει κάποια άλλη σκέψη να ηγείται αυτής. Κοινώς, οι σκέψεις μας βρίσκονται σε μια συνεχή αλληλεπίδραση με πηγή δύναμης την στρατηγική τους φύση.

Αρχίζοντας από τον άνθρωπο των σπηλαίων μέχρι τον σύγχρονο άνθρωπο είναι ευδιάκριτη η κυριαρχία της στρατηγικής. Ο άνθρωπος των σπηλαίων πιεσμένος από την ανάγκη της βρώσης που κατέκλυζε το σώμα του, έφτιαξε εργαλεία ώστε να μπορέσει σκοτώνοντας ζώα και συλλέγοντας φυτικούς καρπούς να την ικανοποιήσει. Βλέποντας τον άνθρωπο του σήμερα να ανησυχεί για την συνεχή ελάττωση των φυσικών πόρων ενεργείας, και έτσι να στρέφεται προς στην μελέτη της πυρηνικής ενεργείας και των δυνατοτήτων της ώστε να ξεπεράσει την ενεργειακή κρίση του πλανήτη.Άσχετα, λοιπόν, από το εξελεγκτικό στάδιο του ανθρωπίνου νου υπάρχει μια κοινή γραμμή σε κάθε μας σκέψη και αυτή είναι η τάση στρατηγικής.

Κάθε ενεργεία λοιπόν, ενσαρκώνεται και αποκτά μια θεατρική μορφή, έχοντας παραστατικά πρόλογο, επεισόδια και έξοδο. Αυτά τα τρία στάδια της προσδίδουν μια μοναδική ταυτότητα και έτσι χαράζει την διαδρομή της. Η αφορμή δημιουργίας της προκαλείται από την ανάγκη, η όποια με την σειρά της φτιάχνει την πλοκή του «προλόγου». Στην συνέχεια, έρχεται η σκέψη να εκδώσει τα στρατιωτικά σχέδια των «επεισοδίων» και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο να αγγίξει το προτελευταίο σκαλοπάτι πριν την επιτυχία. Επιπλέον, η τελευταία σκηνή αυτής της ενεργείας έγκειται κυρίως στις δυναμικές ή αδύναμες αποφάσεις μας. Εκείνες είναι αρμόδιες για το ξετύλιγμα της μοίρας της, οι πιστοί ξεναγοί μας στο ταξίδι προς στην επιτυχία και στην αποτυχία της και τέλος οι μούσες του «εξόδιου άσματος».

Συμπεραίνουμε, λοιπόν, πως πριν από κάθε μας πράξη προηγείται μια μεθοδευμένη, αλλά στρατηγικής σημασίας, σειρά συνειρμών μέχρι την τελική της παράσταση. Αυτό σηματοδοτεί την έλλειψη ελευθερίας των κινήσεων? Η απάντηση είναι όχι! Απλά μέσω του οργανωμένου πλάνου που δημιουργούμε κάθε φορά, προσθέτουμε ένα επιπλέον εχέγγυο για ένα ευχάριστο τέλος, και συγκεκριμενα την ελπίδα. Νιώθουμε πιο σίγουροι, γινόμαστε πιο αισιόδοξοι και τελικά επιτυχαίνουμε. Ακόμα και εκείνος όμως που θα κατηγορήσει αυτόν τον μηχανισμό για καταπάτηση του αγνού αυθορμητισμού θα λέγαμε πως σίγουρα τον μετριάζει κατά κάποιο τρόπο αλλά κερδίζει τα μεγάλα πράγματα χωρίς να ’χει καν τα μικρά? Μάλλον ο καλύτερος παίκτης στο παιχνίδι στρατηγικής του ρίσκου…